improbably
im
ˌɪm
ιμ
pro
ˈprɑ
πρα
bab
bəb
μπαμπ
ly
li
λι
/ɪmpɹˈɒbəbli/

Ορισμός και σημασία του "improbably"στα αγγλικά

01

απίθανα, με απίθανο τρόπο

in a manner that is unlikely to happen or occur
Παραδείγματα
Securing funding for the project seems improbably challenging in the current economic climate.
Η εξασφάλιση χρηματοδότησης για το έργο φαίνεται απίθανα δύσκολη στο τρέχον οικονομικό κλίμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store