Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impressible
01
ευεπηρέαστος, ευαίσθητος
capable of being influenced or affected, particularly in terms of thoughts, feelings, or perceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impressible
συγκριτικός βαθμός
more impressible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impressible audience reacted strongly to the emotional speech delivered by the activist.
Το ευεπηρέαστο κοινό αντιδρά έντονα στην συναισθηματική ομιλία του ακτιβιστή.
Λεξικό Δέντρο
impressible
impress



























