impressible
imp
ˈɪmp
imp
re
rɛ
re
ssi
sɪ
si
ble
bəl
bēl
impossible

Ορισμός και σημασία του "impressible"στα αγγλικά

impressible
01

ευεπηρέαστος, ευαίσθητος

capable of being influenced or affected, particularly in terms of thoughts, feelings, or perceptions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impressible
συγκριτικός βαθμός
more impressible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, personality, sensitivity
Παραδείγματα
The impressible artist was deeply moved by the beauty of the landscape, which inspired her latest work. 

Ο ευαίσθητος καλλιτέχνης συγκινήθηκε βαθιά από την ομορφιά του τοπίου, που ενέπνευσε το τελευταίο του έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impressible
impress
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store