Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impresario
01
ιμπρεσάριος, οργανωτής ψυχαγωγικών εκδηλώσεων
a person who organizes and manages entertainment events or performances, such as concerts, operas, or theatrical productions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impresarios
Παραδείγματα
The impresario's vision and expertise were instrumental in the success of the music festival.
Το όραμα και η εμπειρογνωμοσύνη του ιμπρεσάριου ήταν καθοριστικά για την επιτυχία του μουσικού φεστιβάλ.



























