Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imprecation
01
κατάρα, βλασφημία
the act of speaking a curse or wish for harm to come to someone, often as an insult or expression of anger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imprecations
Παραδείγματα
The old book contained imprecations meant to bring misfortune to foes.
Το παλιό βιβλίο περιείχε καταράσεις που είχαν σκοπό να φέρουν ατυχία στους εχθρούς.
02
συκοφαντία, δυσφήμιση
a false and damaging accusation against someone's character or reputation
Παραδείγματα
The court found the journalist guilty of publishing imprecations without proof.
Το δικαστήριο βρήκε τον δημοσιογράφο ένοχο για δημοσίευση συκοφαντιών χωρίς αποδείξεις.
Λεξικό Δέντρο
imprecation
imprecate



























