imposture
im
ɪm
im
pos
ˈpɒs
pos
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "imposture"στα αγγλικά

01

απάτη, εξαπάτηση

the act of taking on a false identity in order to deceive people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impostures

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imposture
posture
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store