imposition
Pronunciation
/ˌɪmpəˈzɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "imposition"στα αγγλικά

01

επίθεση, θεσμοθέτηση

the action of establishing a new law or regulation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impositions
02

επιβολή, βάρος

an uncalled-for burden

Λεξικό Δέντρο

reimposition
imposition
impose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store