Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
implicative
01
υπαινικτικός, εννοιολογικός
suggesting a particular meaning or consequence, often indirectly
Παραδείγματα
The data collected showed an implicative trend towards climate change, although the correlation was n’t definitive.
Τα συλλεχθέντα δεδομένα έδειξαν μια implicative τάση προς την κλιματική αλλαγή, αν και η συσχέτιση δεν ήταν οριστική.
Λεξικό Δέντρο
implicative
implicate



























