implicative
imp
ˈɪmp
ιμπ
li
λι
ca
κα
tive
ˌtɪv
τιβ
/ˈɪmplɪkətˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "implicative"στα αγγλικά

implicative
01

υπαινικτικός, εννοιολογικός

suggesting a particular meaning or consequence, often indirectly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most implicative
συγκριτικός βαθμός
more implicative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The data collected showed an implicative trend towards climate change, although the correlation was n’t definitive.
Τα συλλεχθέντα δεδομένα έδειξαν μια implicative τάση προς την κλιματική αλλαγή, αν και η συσχέτιση δεν ήταν οριστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store