implicative
imp
ˈɪmp
imp
li
li
ca
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "implicative"στα αγγλικά

implicative
01

υπαινικτικός, εννοιολογικός

suggesting a particular meaning or consequence, often indirectly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most implicative
συγκριτικός βαθμός
more implicative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, meaning, logic
Παραδείγματα
His impassive expression was implicative of his disapproval, even though he said nothing. 

Η ατάραχη έκφρασή του ήταν implicative της αποδοκιμασίας του, ακόμα κι αν δεν είπε τίποτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

implicative
implicate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store