Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to implicate
01
εμπλέκω, κατηγορώ
to involve or suggest someone's participation or connection in a crime or wrongdoing
Transitive: to implicate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
implicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
implicates
ενεστώτα μετοχή
implicating
απλός αόριστος
implicated
παθητική μετοχή
implicated
Παραδείγματα
Witness testimony served to implicate the suspect in the bank robbery.
Η μαρτυρία του μάρτυρα χρησίμευσε για να εμπλέξει τον ύποπτο στη ληστεία της τράπεζας.
02
υπονοώ, εμπεριέχω
to convey something indirectly
Transitive: to implicate sth | to implicate that
Παραδείγματα
The actor's peculiar delivery implicated an unspoken subtext in the character's motivations beyond what was scripted.
Η ιδιαίτερη ερμηνεία του ηθοποιού υπονοούσε ένα ανείπωτο υποκείμενο στα κίνητρα του χαρακτήρα πέρα από αυτό που ήταν γραμμένο.
Λεξικό Δέντρο
implicative
implicature
implicate



























