implacable
Pronunciation
/ˌɪmˈpɫækəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "implacable"στα αγγλικά

implacable
01

αμείλικτος, ανένδοτος

relentless in anger, pursuit, or resistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most implacable
συγκριτικός βαθμός
more implacable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prosecutor was implacable in seeking justice.
Ο εισαγγελέας ήταν αμείλικτος στην αναζήτηση της δικαιοσύνης.

Λεξικό Δέντρο

implacable
placable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store