implacable
im
ɪm
im
pla
pleɪ
plei
ca
ble
bəl
bēl
impeccable

Ορισμός και σημασία του "implacable"στα αγγλικά

implacable
01

αμείλικτος, ανένδοτος

relentless in anger, pursuit, or resistance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most implacable
συγκριτικός βαθμός
more implacable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The implacable enemy refused all offers of peace. 

Ο αμείλικτος εχθρός απέρριψε όλες τις προσφορές ειρήνης.

Λεξικό Δέντρο

implacable
placable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store