impetuosity
im
ɪm
ιμ
pe
ˌpɛ
πε
tuo
ˈʧuɒ
τσουο
si
σι
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "impetuosity"στα αγγλικά

01

ορμητικότητα, απερισκεψία

the quality of acting quickly and without thinking carefully 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impetuosities
Παραδείγματα
His impetuosity led him to sign the contract without reading it. 

Η απερισκεψία του τον οδήγησε να υπογράψει το συμβόλαιο χωρίς να το διαβάσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impetuosity
impetu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store