impetuosity
Pronunciation
/ɪmpˌɛtjuːˈɑːsɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "impetuosity"στα αγγλικά

01

ορμητικότητα, απερισκεψία

the quality of acting quickly and without thinking carefully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impetuosities
Παραδείγματα
The project failed because impetuosity replaced careful planning.
Το έργο απέτυχε επειδή η ορμητικότητα αντικατέστησε την προσεκτική σχεδίαση.

Λεξικό Δέντρο

impetuosity
impetu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store