Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impetuosity
01
ορμητικότητα, απερισκεψία
the quality of acting quickly and without thinking carefully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impetuosities
Παραδείγματα
His impetuosity led him to sign the contract without reading it.
Η απερισκεψία του τον οδήγησε να υπογράψει το συμβόλαιο χωρίς να το διαβάσει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impetuosity
impetu



























