Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impetuosity
01
ορμητικότητα, απερισκεψία
the quality of acting quickly and without thinking carefully
Παραδείγματα
The project failed because impetuosity replaced careful planning.
Το έργο απέτυχε επειδή η ορμητικότητα αντικατέστησε την προσεκτική σχεδίαση.
Λεξικό Δέντρο
impetuosity
impetu



























