Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impersonation
01
μιμησία, κλοπή ταυτότητας
the act of pretending to be someone else, often with the intent to deceive or mislead others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impersonations
Παραδείγματα
Impersonations at the talent show were the highlight of the night.
Οι προσομοιώσεις στο ταλέντο σόου ήταν το αποκορύφωμα της βραδιάς.
02
πλαστογράφηση ταυτότητας, μίμηση
pretending to be another person
03
μιμήση, καρίκατουρα
a representation of a person that is exaggerated for comic effect
Λεξικό Δέντρο
impersonation
personation
personate
person



























