impenitent
im
ɪm
im
pe
ˈpɛ
pe
ni
ni
tent
tənt
tēnt
impendent

Ορισμός και σημασία του "impenitent"στα αγγλικά

impenitent
01

αμετανόητος, χωρίς τύψεις

showing no remorse or repentance for one's actions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impenitent
συγκριτικός βαθμός
more impenitent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being caught red-handed, the impenitent thief showed no remorse for his crimes. 

Παρά το ότι πιάστηκε επ' αυτοφώρω, ο αμετανόητος κλέφτης δεν έδειξε τύψεις για τα εγκλήματά του.

02

αμετανόητος, επίμονος

impervious to moral persuasion 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store