impeachment
im
ɪm
ιμ
peach
ˈpi:ʧ
πιτσ
ment
mənt
μαντ

Ορισμός και σημασία του "impeachment"στα αγγλικά

01

καθαίρεση, διαδικασία καθαίρεσης

the process of a governmental figure bringing charges against a government official and marking the first step toward potential removal from office 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
impeachments
Παραδείγματα
He faced impeachment over allegations of misconduct while in office. 

Αντιμετώπισε καθαίρεση λόγω κατηγοριών για κακή συμπεριφορά ενώ βρισκόταν στη θέση του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impeachment
impeach
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store