Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impeachment
01
καθαίρεση, διαδικασία καθαίρεσης
the process of a governmental figure bringing charges against a government official and marking the first step toward potential removal from office
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impeachments
Παραδείγματα
Public opinion was divided on whether the impeachment was justified.
Η κοινή γνώμη διχάστηκε σχετικά με το αν η κατάθεση εναντίον ήταν δικαιολογημένη.
Λεξικό Δέντρο
impeachment
impeach



























