Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impeach
01
κατηγορώ, εγκαλώ
to formally charge or accuse someone of a crime or misdemeanor
Transitive: to impeach sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impeach
γ΄ ενικό πρόσωπο
impeaches
ενεστώτα μετοχή
impeaching
απλός αόριστος
impeached
παθητική μετοχή
impeached
Παραδείγματα
The police decided to impeach him after they found evidence linking him to the robbery.
Η αστυνομία αποφάσισε να κατηγορήσει αφού βρήκε αποδεικτικά στοιχεία που τον συνέδεαν με τη ληστεία.
02
κατηγορώ, παραπέμπω σε δίκη
to formally charge a public official with misconduct or abuse of power
Transitive: to impeach a public official
Παραδείγματα
The opposition party attempted to impeach the president for alleged constitutional violations.
Το αντιπολιτευόμενο κόμμα προσπάθησε να καταθέσει πρόταση μομφής κατά του προέδρου για υποτιθέμενες παραβιάσεις του συντάγματος.
03
αμφισβητώ, επικρίνω
to challenge or criticize the validity, honesty, or integrity of a practice, action, or system
Transitive: to impeach a practice or system
Παραδείγματα
The media began to impeach the effectiveness of the new healthcare policy.
Τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της νέας πολιτικής υγείας.
Λεξικό Δέντρο
impeachable
impeachment
impeach



























