impasto
im
ɪm
im
pas
ˈpæs
pās
to
təʊ
tew
pasto

Ορισμός και σημασία του "impasto"στα αγγλικά

01

ιμπάστο, τεχνική ιμπάστο

a painting technique in which paint is applied so thickly to the canvas or panel that the brush strokes are visible 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impastos
Παραδείγματα
The artist's use of impasto technique created a rich texture on the canvas, with thick layers of paint giving the artwork a three-dimensional quality. 

Η χρήση της τεχνικής impasto από τον καλλιτέχνη δημιούργησε μια πλούσια υφή στον καμβά, με παχύ στρώμα χρώματος που έδωσε στο έργο μια τρισδιάστατη ποιότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store