Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impassable
01
αδιάβατος, απροσπέλαστος
(of a path) not possible to travel across or through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impassable
συγκριτικός βαθμός
more impassable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
terrain, accessibility, travel
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impassable
passable
pass



























