Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impact
01
επηρεάζω, έχω ισχυρή επίδραση σε
to have a strong effect on someone or something
Transitive: to impact sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impact
γ΄ ενικό πρόσωπο
impacts
ενεστώτα μετοχή
impacting
απλός αόριστος
impacted
παθητική μετοχή
impacted
Παραδείγματα
Social movements have the power to impact societal norms and bring about change.
Τα κοινωνικά κινήματα έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν τις κοινωνικές νόρμες και να φέρνουν αλλαγές.
Impact
01
επίδραση, επιρροή
an influence or effect that something has on a person, situation, or thing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impacts
Παραδείγματα
Environmentalists are concerned about the impact of pollution on marine life.
Οι περιβαλλοντολόγοι ανησυχούν για την επίδραση της ρύπανσης στη θαλάσσια ζωή.
02
επίδραση, σύγκρουση
the action of one object coming forcibly into contact with another
Παραδείγματα
Engineers test car bumpers to withstand impact in collisions.
Οι μηχανικοί δοκιμάζουν τους προφυλακτήρες αυτοκινήτων για να αντέχουν την πρόσκρουση σε συγκρούσεις.
Λεξικό Δέντρο
impacted
impaction
impact



























