to impact
im
ɪm
im
pact
ˈpækt
pākt
impart

Ορισμός και σημασία του "impact"στα αγγλικά

to impact
01

επηρεάζω, έχω ισχυρή επίδραση σε

to have a strong effect on someone or something 
Transitive: to impact sth
to impact definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impact
γ΄ ενικό πρόσωπο
impacts
ενεστώτα μετοχή
impacting
απλός αόριστος
impacted
παθητική μετοχή
impacted
Παραδείγματα
The new environmental policies are expected to impact the way industries approach sustainability. 

Προσδοκάται ότι οι νέες πολιτικές περιβάλλοντος θα επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι βιομηχανίες προσεγγίζουν τη βιωσιμότητα.

01

επίδραση, επιρροή

an influence or effect that something has on a person, situation, or thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impacts
Παραδείγματα
The teacher’s encouragement had a positive impact on the student’s confidence. 

Η ενθάρρυνση του δασκάλου είχε θετική επίδραση στην αυτοπεποίθηση του μαθητή.

02

επίδραση, σύγκρουση

the action of one object coming forcibly into contact with another 
Παραδείγματα
The impact of the two cars could be heard from a distance. 

Η σύγκρουση των δύο αυτοκινήτων μπορούσε να ακουστεί από απόσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store