Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immortal
01
αθάνατος, αιώνιος
not subject to death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immortal
συγκριτικός βαθμός
more immortal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
life, mythology, religion
Immortal
01
αθάνατος, θεότητα
any supernatural being worshipped as controlling some part of the world or some aspect of life or who is the personification of a force
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
immortals
02
αθάνατος, αιώνιος
a person (such as an author) of enduring fame
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
immortalize
immortal
mortal
mort



























