immolate
i
ˈɪ
ι
mmo
μα
late
ˌleɪt
λειτ
/ɪmˈɒleɪt/

Ορισμός και σημασία του "immolate"στα αγγλικά

to immolate
01

θυσιάζω, θυσιάζω στη φωτιά

to kill oneself or someone as a sacrifice, especially by fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
immolates
ενεστώτα μετοχή
immolating
απλός αόριστος
immolated
παθητική μετοχή
immolated
Παραδείγματα
The tragic immolation of the monk was seen as an act of ultimate sacrifice for his beliefs.
Η τραγική αυτοπυρπόληση του μοναχού θεωρήθηκε ως πράξη υπέρτατης θυσίας για τις πεποιθήσεις του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store