Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immolate
01
θυσιάζω, θυσιάζω στη φωτιά
to kill oneself or someone as a sacrifice, especially by fire
Παραδείγματα
The tragic immolation of the monk was seen as an act of ultimate sacrifice for his beliefs.
Η τραγική αυτοπυρπόληση του μοναχού θεωρήθηκε ως πράξη υπέρτατης θυσίας για τις πεποιθήσεις του.
Λεξικό Δέντρο
immolation
immolate



























