Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immolate
01
θυσιάζω, θυσιάζω στη φωτιά
to kill oneself or someone as a sacrifice, especially by fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
immolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
immolates
ενεστώτα μετοχή
immolating
απλός αόριστος
immolated
παθητική μετοχή
immolated
Παραδείγματα
The tragic immolation of the monk was seen as an act of ultimate sacrifice for his beliefs.
Η τραγική αυτοπυρπόληση του μοναχού θεωρήθηκε ως πράξη υπέρτατης θυσίας για τις πεποιθήσεις του.
Λεξικό Δέντρο
immolation
immolate



























