Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immaculate
01
άψογος, αμόλυντος
free from any stain or dirt
Παραδείγματα
He meticulously maintained his tools, ensuring they remained in immaculate condition for every project.
Συντηρούσε μεθοδικά τα εργαλεία του, διασφαλίζοντας ότι παρέμειναν σε άψογη κατάσταση για κάθε έργο.
02
άψογος, τέλειος
free from errors, mistakes, or faults
Παραδείγματα
The restaurant had immaculate service, with everything running smoothly.
Το εστιατόριο είχε άψογη εξυπηρέτηση, με όλα να λειτουργούν ομαλά.
03
άψογος, καθαρός
morally pure or without sin
Λεξικό Δέντρο
immaculately
immaculateness
immaculate
maculate



























