Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to imbue
01
εμποτίζω, γεμίζω
to fill something with a specific quality or emotion
Transitive: to imbue sb/sth with a quality or emotion
Παραδείγματα
The speaker attempted to imbue her presentation with enthusiasm and passion to captivate the audience.
Η ομιλήτρια προσπάθησε να εμποτίσει την παρουσίασή της με ενθουσιασμό και πάθος για να γοητεύσει το κοινό.
02
βάφω, διαποτίζω
to spread color over something
Transitive: to imbue a surface or sight with a color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imbue
γ΄ ενικό πρόσωπο
imbues
ενεστώτα μετοχή
imbuing
απλός αόριστος
imbued
παθητική μετοχή
imbued
Παραδείγματα
The autumn leaves imbued the landscape with warm colors, painting the trees in shades of red, orange, and yellow.
Τα φθινοπωρινά φύλλα διαπότισαν το τοπίο με ζεστά χρώματα, ζωγραφίζοντας τα δέντρα με αποχρώσεις κόκκινου, πορτοκαλί και κίτρινου.



























