imbibition
im
ɪm
ιμ
bi
μπι
bi
ˈbɪ
μπι
tion
ʃən
σαν
/ɪmbɪbˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "imbibition"στα αγγλικά

01

ενυδάτωση, κατανάλωση υγρών

the act of consuming liquids
imbibition definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

εμβίβωση, απορρόφηση υγρού από στερεό ή πηκτό

(chemistry) the absorption of a liquid by a solid or gel

Λεξικό Δέντρο

imbibition
imbibe
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store