imbecile
im
ˈɪm
ιμ
be
μπα
cile
saɪl
σαιλ

Ορισμός και σημασία του "imbecile"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person of subnormal intelligence 
imbecile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imbeciles
02

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or idiotic person 
imbecile definition and meaning
προσβλητικό
Παραδείγματα
The imbecile left his keys in the car and got it stolen. 

Ο ηλίθιος άφησε τα κλειδιά του στο αυτοκίνητο και του το έκλεψαν.

01

ηλίθιος, βλάκας

having a mental age of three to seven years 
imbecile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imbecile
συγκριτικός βαθμός
more imbecile
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
intelligence, psychology, medicine

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imbecilic
imbecility
imbecile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store