imitative
Pronunciation
/ˈɪməˌteɪtɪv/

Ορισμός και σημασία του "imitative"στα αγγλικά

01

μιμητικός, απομίμησης

marked by or given to imitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imitative
συγκριτικός βαθμός
more imitative
διαβαθμίσιμο
02

μιμητικός, ονοματοποιητικός

(of words) formed in imitation of a natural sound
03

μιμητικός, αντιγραφικός

having characteristics of imitation or copying something else, often lacking originality

derivative

Παραδείγματα
The writer ’s imitative approach made the novel feel predictable.
Η μιμητική προσέγγιση του συγγραφέα έκανε το μυθιστόρημα να φαίνεται προβλέψιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store