Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imitative
01
μιμητικός, απομίμησης
marked by or given to imitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imitative
συγκριτικός βαθμός
more imitative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, art, learning
02
μιμητικός, ονοματοποιητικός
(of words) formed in imitation of a natural sound
03
μιμητικός, αντιγραφικός
having characteristics of imitation or copying something else, often lacking originality
Παραδείγματα
His imitative style was criticized for lacking creativity.
Το μιμητικό στυλ του επικρίθηκε για την έλλειψη δημιουργικότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonimitative
imitative
imitate
imit



























