Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imbroglio
01
μια αμήχανη παρεξήγηση, ένα μπλέξιμο
an awkward misunderstanding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imbroglios
Παραδείγματα
Their romantic imbroglio became the talk of the office.
Το ρομαντικό τους ιμπρόλιο έγινε το θέμα συζήτησης του γραφείου.
02
περίπλοκη κατάσταση, σύγκρουση
a complicated situation involving political or interpersonal conflict
Παραδείγματα
The company 's leadership crisis became a public imbroglio.
Η κρίση ηγεσίας της εταιρείας έγινε δημόσιο ίμπρολιο.



























