illness
ill
ˈɪl
ιλ
ness
nəs
νασ

Ορισμός και σημασία του "illness"στα αγγλικά

01

ασθένεια, πάθηση

the state of being physically or mentally sick 
illness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
illnesses
Παραδείγματα
The patient was unable to recover from his illness. 

Ο ασθενής δεν μπόρεσε να αναρρώσει από την ασθένειά του.

02

ασθένεια, πάθηση

a specific health condition that causes the body or mind to not function properly 
Παραδείγματα
He was diagnosed with a serious illness last year. 

Διαγνώστηκε με μια σοβαρή ασθένεια πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

illness
ill
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store