Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illiterate
01
αγράμματος, αναλφάβητος
lacking the ability to read and write in any language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illiterate
συγκριτικός βαθμός
more illiterate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Many children in impoverished countries are still illiterate due to a lack of access to education.
Πολλά παιδιά σε φτωχές χώρες εξακολουθούν να είναι αγράμματα λόγω έλλειψης πρόσβασης στην εκπαίδευση.
02
αγράμματος, αδαής
lacking knowledge or understanding in a particular subject or area
Παραδείγματα
Despite living in a multicultural society, he remained illiterate in terms of understanding different cultures and traditions.
Παρά το ότι ζούσε σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, παρέμεινε αγράμματος στην κατανόηση διαφορετικών πολιτισμών και παραδόσεων.
03
αναλφάβητος, αδαής
lacking knowledge or education in a particular field
Παραδείγματα
He is technologically illiterate and struggles with computers.
Είναι τεχνολογικά αναλφάβητος και δυσκολεύεται με τους υπολογιστές.
Illiterate
01
αναλφάβητος, αγράμματος
a person who cannot read or write
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
illiterates
Παραδείγματα
Many programs aim to teach illiterates basic reading skills.
Πολλά προγράμματα στοχεύουν να διδάξουν στους αναλφάβητους βασικές δεξιότητες ανάγνωσης.
Λεξικό Δέντρο
illiterate
literate
liter



























