illicit
il
ɪl
ιλ
li
λι
cit
sɪt
σιτ
/ɪlˈɪsɪt/

Ορισμός και σημασία του "illicit"στα αγγλικά

01

παράνομος, απαγορευμένος

not morally or socially acceptable
Παραδείγματα
She was caught with illicit substances at the border.
Πιάστηκε με παράνομες ουσίες στα σύνορα.
02

παράνομος, αντινομικός

against the law, especially criminal law
Παραδείγματα
Police found evidence of an illicit underground gambling ring operating out of the warehouse.
Η αστυνομία βρήκε αποδεικτικά στοιχεία για ένα παράνομο υπόγειο τζόγο που λειτουργούσε από την αποθήκη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store