illicit
il
ɪl
il
li
li
cit
sɪt
sit
complicit

Ορισμός και σημασία του "illicit"στα αγγλικά

01

παράνομος, απαγορευμένος

not morally or socially acceptable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illicit
συγκριτικός βαθμός
more illicit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Some religions consider consumption of alcohol to be illicit based on doctrine prohibiting intoxication. 

Ορισμένες θρησκείες θεωρούν την κατανάλωση αλκοόλ παράνομη με βάση τη δόγμα που απαγορεύει την μέθη.

02

παράνομος, αντινομικός

against the law, especially criminal law 
Παραδείγματα
Law enforcement cracked down on the sale of illicit firearms in the city. 

Οι αρχές επιβολής του νόμου κατέστειλαν την πώληση παράνομων πυροβόλων όπλων στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store