Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illegal
Illegal
01
παράνομος μετανάστης, παράνομος
a person who resides or works in a country in violation of its laws
Λεξικό Δέντρο
illegal
legal
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παράνομος μετανάστης, παράνομος
Λεξικό Δέντρο