Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most illegal
συγκριτικός βαθμός
more illegal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Employers who discriminate against employees based on race or gender are engaging in illegal behavior.
Οι εργοδότες που διακρίνουν τους εργαζόμενους με βάση τη φυλή ή το φύλο εμπλέκονται σε παράνομη συμπεριφορά.
Illegal
01
παράνομος μετανάστης, παράνομος
a person who resides or works in a country in violation of its laws
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
illegals
Παραδείγματα
The government introduced new policies regarding illegals.
Η κυβέρνηση εισήγαγε νέες πολιτικές σχετικά με τους παράνομους μετανάστες.
Λεξικό Δέντρο
illegal
legal



























