Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
illegible
01
δυσανάγνωστος, ακατανόητος
unable to be read or understood because of poor handwriting or print quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illegible
συγκριτικός βαθμός
more illegible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
writing, perception, communication
Παραδείγματα
His notes were so illegible that even he struggled to decipher them.
Οι σημειώσεις του ήταν τόσο δυσανάγνωστες που ακόμα και αυτός δυσκολευόταν να τις αποκωδικοποιήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
illegible
legible



























