Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill-tempered
01
κακόκεφος, ευερέθιστος
having a bad or irritable mood
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-tempered
συγκριτικός βαθμός
more ill-tempered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was in an ill-tempered mood after the long meeting.
Ήταν σε ευερέθιστη διάθεση μετά τη μακρά συνάντηση.



























