Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill-tempered
01
κακόκεφος, ευερέθιστος
having a bad or irritable mood
Formal
Παραδείγματα
His ill-tempered response surprised everyone in the room.
Η ευερέθιστη απάντησή του εξέπληξε όλους στο δωμάτιο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κακόκεφος, ευερέθιστος