ill-smelling
ill
ɪl
il
sme
smɛ
sme
lling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "ill-smelling"στα αγγλικά

ill-smelling
01

δυσώδης, βρωμερός

emitting an unpleasant or offensive odor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-smelling
συγκριτικός βαθμός
more ill-smelling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ill-smelling dumpster was a major concern for the nearby residents. 

Ο δυσώδης κάδος απορριμμάτων ήταν μια μεγάλη ανησυχία για τους γύρω κατοίκους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store