ignitable
ig
ɪg
ιγκ
ni
ˈnaɪ
ναι
ta
τα
ble
bəl
μπαλ
ignorableignitible

Ορισμός και σημασία του "ignitable"στα αγγλικά

01

εύφλεκτος, καύσιμος

capable of being easily set on fire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ignitable
συγκριτικός βαθμός
more ignitable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, safety, chemistry
Παραδείγματα
The paper was highly ignitable, catching fire from a small flame. 

Το χαρτί ήταν πολύ εύφλεκτο, παίρνοντας φωτιά από μια μικρή φλόγα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ignitable
ignite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store