idiomatic
Pronunciation
/ˌɪdiəˈmætɪk/

Ορισμός και σημασία του "idiomatic"στα αγγλικά

01

ιδιωματικός, χαρακτηριστικός της γλώσσας

(grammar) containing or denoting expressions that sound natural to a native speaker of a language
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie 's dialogue was rich with idiomatic phrases typical of the region.
Ο διάλογος της ταινίας ήταν πλούσιος σε ιδιωματικές φράσεις χαρακτηριστικές της περιοχής.

Λεξικό Δέντρο

idiomatical
idiomatic
idiom
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store