Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idiomatic
01
ιδιωματικός, χαρακτηριστικός της γλώσσας
(grammar) containing or denoting expressions that sound natural to a native speaker of a language
Παραδείγματα
The movie 's dialogue was rich with idiomatic phrases typical of the region.
Ο διάλογος της ταινίας ήταν πλούσιος σε ιδιωματικές φράσεις χαρακτηριστικές της περιοχής.
Λεξικό Δέντρο
idiomatical
idiomatic
idiom



























