Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ideological
01
ιδεολογικός
based on or relating to a specific set of political or economic views or policies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most ideological
συγκριτικός βαθμός
more ideological
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The party's platform is rooted in ideological principles of liberalism and social justice.
Η πλατφόρμα του κόμματος είναι ριζωμένη σε ιδεολογικές αρχές φιλελευθερισμού και κοινωνικής δικαιοσύνης.
02
ιδεολογικός, δογματικός
related to or suggestive of ideas, often abstract or theoretical in nature
Παραδείγματα
The conference focused on ideological debates surrounding technology and ethics.
Η διάσκεψη επικεντρώθηκε στις ιδεολογικές συζητήσεις γύρω από την τεχνολογία και την ηθική.
Λεξικό Δέντρο
ideologically
ideological
ideology
idea



























