Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ideological
01
ιδεολογικός
based on or relating to a specific set of political or economic views or policies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ideological shift towards free-market capitalism led to changes in economic policy.
Η ιδεολογική μετατόπιση προς τον ελεύθερο κεφαλαισμό οδήγησε σε αλλαγές στην οικονομική πολιτική.
02
ιδεολογικός, δογματικός
related to or suggestive of ideas, often abstract or theoretical in nature
Παραδείγματα
They had an ideological approach to solving the community's problems.
Είχαν μια ιδεολογική προσέγγιση για την επίλυση των προβλημάτων της κοινότητας.
Λεξικό Δέντρο
ideologically
ideological
ideology
idea



























