hysterical
hys
ˈhɪs
his
te
te
ri
ri
cal
kəl
kēl
estheticalexegeticaldieteticalaspherical

Ορισμός και σημασία του "hysterical"στα αγγλικά

hysterical
01

υστερικός, πανικόβλητος

experiencing a state of extreme fear or panic, unable to stay calm 
hysterical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hysterical
συγκριτικός βαθμός
more hysterical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A small problem at work caused a hysterical reaction among the staff. 

Ένα μικρό πρόβλημα στη δουλειά προκάλεσε μια υστερική αντίδραση μεταξύ του προσωπικού.

02

υστερικός, γελάει δυνατά και ασταμάτητα

showing extreme emotion like laughing or crying loudly and wildly, usually because of excitement or strong feelings, but not because of fear or panic 
hysterical definition and meaning
Παραδείγματα
She became hysterical with laughter after hearing the joke. 

Έγινε υστερική από τα γέλια αφού άκουσε το αστείο.

03

υστερικά αστείο, ξεκαρδιστικός

causing people to laugh uncontrollably because of being very funny 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The comedian's jokes were so hysterical that the whole audience couldn't stop laughing. 

Τα αστεία του κωμικού ήταν τόσο υστερικά που όλο το κοινό δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει.

Λεξικό Δέντρο

hysterically
hysterical
hysteric
hyster
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store