Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hysterical
01
υστερικός, πανικόβλητος
experiencing a state of extreme fear or panic, unable to stay calm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hysterical
συγκριτικός βαθμός
more hysterical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A small problem at work caused a hysterical reaction among the staff.
Ένα μικρό πρόβλημα στη δουλειά προκάλεσε μια υστερική αντίδραση μεταξύ του προσωπικού.
02
υστερικός, γελάει δυνατά και ασταμάτητα
showing extreme emotion like laughing or crying loudly and wildly, usually because of excitement or strong feelings, but not because of fear or panic
Παραδείγματα
She became hysterical with laughter after hearing the joke.
Έγινε υστερική από τα γέλια αφού άκουσε το αστείο.
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The comedian's jokes were so hysterical that the whole audience couldn't stop laughing.
Τα αστεία του κωμικού ήταν τόσο υστερικά που όλο το κοινό δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει.
Λεξικό Δέντρο
hysterically
hysterical
hysteric
hyster



























