hysteroscopy
hys
hɪs
χισ
te
τα
ros
ˈrɒs
ροσ
co
κα
py
pi
πι

Ορισμός και σημασία του "hysteroscopy"στα αγγλικά

01

υστεροσκόπηση, υστεροσκοπική εξέταση

a procedure using a thin tube to examine the uterus visually 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hysteroscopies
Παραδείγματα
I underwent a hysteroscopy to identify and address potential issues in my uterus. 

Υποβλήθηκα σε υστεροσκόπηση για να εντοπίσω και να αντιμετωπίσω πιθανά προβλήματα στη μήτρα μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store