hysteroscopy
Pronunciation
/hˌɪstɚɹˈɑːskəpi/

Ορισμός και σημασία του "hysteroscopy"στα αγγλικά

01

υστεροσκόπηση, υστεροσκοπική εξέταση

a procedure using a thin tube to examine the uterus visually
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hysteroscopies
Παραδείγματα
The medical team used hysteroscopy for a detailed evaluation and diagnosis of my gynecological issues.
Η ιατρική ομάδα χρησιμοποίησε υστεροσκόπηση για μια λεπτομερή αξιολόγηση και διάγνωση των γυναικολογικών μου προβλημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store