hypnotist
hyp
ˈhɪp
hip
no
tist
tɪst
tist

Ορισμός και σημασία του "hypnotist"στα αγγλικά

01

υπνωτιστής, υπνοτιστής

someone who uses hypnosis to induce a relaxed state or address specific conditions in individuals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hypnotists
Παραδείγματα
People might see a hypnotist to overcome fears or phobias. 

Οι άνθρωποι μπορεί να δουν έναν υπνωτιστή για να ξεπεράσουν φόβους ή φοβίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hypnotist
hypnot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store