to hypnotize
hyp
ˈhɪp
χιπ
no
να
tize
taɪz
ταιζ
hypnotise

Ορισμός και σημασία του "hypnotize"στα αγγλικά

to hypnotize
01

υπνωτίζω, κοιμίζω

to induce a temporary altered state of receptive focus through which a subject will respond to suggestions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hypnotize
γ΄ ενικό πρόσωπο
hypnotizes
ενεστώτα μετοχή
hypnotizing
απλός αόριστος
hypnotized
παθητική μετοχή
hypnotized
Παραδείγματα
The stage hypnotist was able to hypnotize several volunteers from the audience to come up on stage for his show. 

Ο σκηνικός υπνωτιστής μπόρεσε να υπνωτίσει πολλούς εθελοντές από το κοινό να ανέβουν στη σκηνή για την παράστασή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hypnotized
hypnotizer
hypnotize
hypnot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store