to hyphenate
hy
ˈhaɪ
hai
phe
nate
neɪt
neit

Ορισμός και σημασία του "hyphenate"στα αγγλικά

to hyphenate
01

ενωτικό, διαχωρίζω ή συνδέω με ενωτικό

to divide or connect by a hyphen in writing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hyphenate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hyphenates
ενεστώτα μετοχή
hyphenating
απλός αόριστος
hyphenated
παθητική μετοχή
hyphenated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store