Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hyphenate
01
ενωτικό, διαχωρίζω ή συνδέω με ενωτικό
to divide or connect by a hyphen in writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hyphenate
γ΄ ενικό πρόσωπο
hyphenates
ενεστώτα μετοχή
hyphenating
απλός αόριστος
hyphenated
παθητική μετοχή
hyphenated
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hyphenation
hyphenate
hyphen



























