hyphy
hy
ˈhaɪ
hai
phy
fi
fi
haifahuffyhypha

Ορισμός και σημασία του "hyphy"στα αγγλικά

01

υπερ-ενθουσιασμένος, υπερκινητικός

(California, especially Bay Area) overly excited, energetic, or hyperactive 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hyphiest
συγκριτικός βαθμός
hyphier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kids were hyphy after hearing they got out of school early. 

Τα παιδιά ήταν hyphy αφού άκουσαν ότι θα φύγουν νωρίς από το σχολείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store