Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hyphy
01
υπερ-ενθουσιασμένος, υπερκινητικός
(California, especially Bay Area) overly excited, energetic, or hyperactive
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
hyphiest
συγκριτικός βαθμός
hyphier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kids were hyphy after hearing they got out of school early.
Τα παιδιά ήταν hyphy αφού άκουσαν ότι θα φύγουν νωρίς από το σχολείο.



























