hyphen
hy
ˈhaɪ
hai
phen
fən
fēn
siphonsyphon

Ορισμός και σημασία του "hyphen"στα αγγλικά

01

ενωτικό, παύλα

a small line used to connect words or parts of words 
hyphen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hyphens
Παραδείγματα
In compound words like 'mother-in-law' and 'self-esteem,' a hyphen is used to connect the different parts of the word. 

Σε σύνθετες λέξεις όπως 'πεθερά' και 'αυτοεκτίμηση', χρησιμοποιείται μια παύλα για να συνδέσει τα διαφορετικά μέρη της λέξης.

to hyphen
01

βάζω παύλα, ενώνω με παύλα

to join or separate words, syllables, or numbers using a hyphen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hyphen
γ΄ ενικό πρόσωπο
hyphens
ενεστώτα μετοχή
hyphening
απλός αόριστος
hyphened
παθητική μετοχή
hyphened
Παραδείγματα
You should hyphen the compound word "well-known." 

Πρέπει να ενωτικό τη σύνθετη λέξη "γνωστή".

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store