apricot
ap
ˈæp
αιπ
ri
ρι
cot
ˌkɑt
κατ
/ˈæprɪˌkɒt/ , /ˈeɪprɪˌkɒt/

Ορισμός και σημασία του "apricot"στα αγγλικά

01

βερίκοκο, κοκκινομηλιά

a small yellow or orange fruit with juicy flesh and a large pit
apricot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
apricots
Παραδείγματα
They bought a bag of dried apricots to take on their hiking trip as a convenient and energizing snack.
Αγόρασαν ένα σακουλάκι αποξηραμένων βερίκοκων για να πάρουν στην πεζοπορία τους ως ένα βολικό και ενεργειακό σνακ.
02

βερίκοκο, ροζ βερίκοκο

a shade of pink tinged with yellow
apricot definition and meaning
01

βερίκοκο, ανοιχτό πορτοκαλί

having a light orange, yellowish color
apricot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most apricot
συγκριτικός βαθμός
more apricot
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store