appurtenant
Pronunciation
/əˈpɝtənənt/

Ορισμός και σημασία του "appurtenant"στα αγγλικά

appurtenant
01

συνημμένο, σχετικός

relating or belonging to something bigger or more important, like lifestyles, structures, systems, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The appurtenant services provided by the company enhance the primary product offering.
Οι συνοδευτικές υπηρεσίες που παρέχει η εταιρεία ενισχύουν την κύρια προσφορά προϊόντος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store