Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appurtenant
01
συνημμένο, σχετικός
relating or belonging to something bigger or more important, like lifestyles, structures, systems, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
systems, structures, relationships
Παραδείγματα
The new regulations are appurtenant to the overall framework of the company’s policies.
Οι νέοι κανονισμοί είναι συνημμένοι στο γενικό πλαίσιο των πολιτικών της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
appurtenant
appurten



























