Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appurtenant
01
συνημμένο, σχετικός
relating or belonging to something bigger or more important, like lifestyles, structures, systems, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The appurtenant services provided by the company enhance the primary product offering.
Οι συνοδευτικές υπηρεσίες που παρέχει η εταιρεία ενισχύουν την κύρια προσφορά προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
appurtenant
appurten



























