Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Approving
01
έγκριση
the formal act of approving
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
approvings
approving
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most approving
συγκριτικός βαθμός
more approving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, communication, evaluation
Παραδείγματα
She gave an approving nod after hearing the proposal.
Έκανε μια επικυρωτική νεύση αφού άκουσε την πρόταση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
approving
approve



























