approving
app
ˈəp
ēp
ro
ru:
roo
ving
vɪng
ving
improvingmoving

Ορισμός και σημασία του "approving"στα αγγλικά

01

έγκριση

the formal act of approving 
approving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
approvings
01

εγκριτικός, ευνοϊκός

showing approval or agreement 
approving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most approving
συγκριτικός βαθμός
more approving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave an approving nod after hearing the proposal. 

Έκανε μια επικυρωτική νεύση αφού άκουσε την πρόταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store