Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hushed
01
χαμηλόφωνος, ήσυχος
having a quiet and calm state, often accompanied by quiet voices or sounds
Παραδείγματα
The hushed murmurs of the audience filled the auditorium during the concert.
Οι συγκρατημένοι ψίθυροι του κοινού γέμισαν το ακροατήριο κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
Λεξικό Δέντρο
hushed
hush



























