Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hushed
01
χαμηλόφωνος, ήσυχος
having a quiet and calm state, often accompanied by quiet voices or sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hushed
συγκριτικός βαθμός
more hushed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They spoke in hushed tones, careful not to disturb the peaceful atmosphere.
Μίλησαν με χαμηλές νότες, προσέχοντας να μην διαταράξουν την ειρηνική ατμόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
hushed
hush



























