Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Approval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
approvals
Παραδείγματα
Approval from the local authorities was necessary for the construction permit.
Η έγκριση από τις τοπικές αρχές ήταν απαραίτητη για την άδεια κατασκευής.
02
έγκριση, επικύρωση
a positive feeling about someone or something that is seen as good or favorable
Παραδείγματα
The team eagerly awaited the coach 's feeling of approval after putting in months of rigorous training for the upcoming championship.
Η ομάδα περίμενε με ανυπομονησία το αίσθημα έγκρισης του προπονητή μετά από μήνες αυστηρής προπόνησης για το επερχόμενο πρωτάθλημα.
03
έγκριση, έπαινος
a praise, commendation, or statement expressing a favorable opinion
Παραδείγματα
The audience clapped in approval at the end of the show.
Το κοινό χειροκρότησε σε ένδειξη έγκρισης στο τέλος της παράστασης.
Λεξικό Δέντρο
disapproval
approval



























